Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Καλώς ήρθατε στον κόσμο των teens!!!

Εφηβεία... Τι σημαίνει τελικά "εφηβεία"? Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτό το "δύσκολο" στάδιο της ζωής? Με ποιους τρόπους μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις ανασφάλειες που συνεπάγεται? Ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι σήμερα? ...Ερωτήματα τα οποία ζητούν άμεσα απαντήσεις... Ιδού λοιπόν!!!

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2008

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΝΕΩΝ!!!



Για να μπορέσει ο έφηβος να αναπτυχθεί πλήρως ψυχοσεξουαλικά, δεν αρκεί να έχει τη σωστή σωματική διάπλαση, πρέπει να έχει και την κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία. Όπως είναι λογικό, οι έφηβοι πειραματίζονται σεξουαλικά με διάφορους τρόπους, ανάλογα με την ηλικία και τον βαθμό ωρίμανσής τους. Περίπου στην ηλικία των 11 ετών, οι έφηβοι είναι εξαιρετικά περίεργοι να μάθουν την αιτία αυτού του ενστίκτου το οποίο δεν μπορούν να ελέγξουν και το οποίο μονοπωλεί τη σκέψη τους. Γύρω στα 13 χρόνια, δεν τους ενδιαφέρει και τόσο να τους εξηγήσουν τι συμβαίνει μέσα στο σώμα τους. Εκείνο που στην πραγματικότητα θέλουν να καταλάβουν είναι πώς να έχουν επιτυχία όταν προσπαθούν να προσεγγίσουν το αντίθετο φύλο. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό που αισθάνεται το αγόρι και σ’ αυτό που αισθάνεται το κορίτσι. Έτσι το δεκάχρονο αγόρι θέλει να μάθει, ενώ, αντίστοιχα, ο νέος των 16 σκέφτεται πώς να ενεργήσει. Το δεκάχρονο κορίτσι έχει μια πολύ ρομαντική άποψη γύρω από το θέμα, ενώ η δεκαεξάχρονη ανησυχεί μήπως είναι παράφορα ερωτευμένη.
Οι φάσεις των σεξουαλικών σχέσεων είναι οι παρακάτω:
Πρώτη εφηβική φάση: Εξιδανίκευση και ρομαντισμός (10-13 ετών)*.
Μέση εφηβική φάση: Προσέγγιση του αντίθετου φύλου. Φλερτ και «εφήμεροι δεσμοί» (14-15 ετών)*.
Όψιμη εφηβική φάση: Έρωτας (15-18 ετών)*.
Μετεφηβική περίοδος: Μόνιμος δεσμός (από τα 18 και μετά)*.
{* Ηλικίες κατά προσέγγιση.}



ΠΡΩΤΗ ΕΦΗΒΙΚΗ ΦΑΣΗ.
Η ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ.

Τα αγόρια αρχίζουν να κοιτάζουν τα κορίτσια και το αντίθετο, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις δεν τολμούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο ούτε να μιλήσουν. Είναι η περίοδος του ρομαντισμού και της εξιδανίκευσης. Στην περίπτωση αυτή, η φαντασία αποτελεί ένα καταφύγιο όπου ο έφηβος αισθάνεται προστατευμένος από τον φόβο ή την απόρριψη. Επιπλέον, αποτελεί γι’ αυτόν ένα είδος εξάσκησης. Βλέπει τον εαυτό του σε καταστάσεις που ίσως αργότερα ζήσει. Το αγόρι φαντάζεται τον εαυτό του σαν ήρωα που όλοι τον θαυμάζουν και ζητούν τη βοήθειά του, ενώ το κορίτσι φαντάζεται ότι είναι η πιο ελκυστική απ’ όλες ή είναι η πιο καλή φίλη των αγοριών. Πολύ συχνά ο νέος εστιάζει την προσοχή του σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Ονειρεύεται πλατωνικά έναν ή μία ηθοποιό, έναν καθηγητή. Δεν έχει πρόβλημα να συζητήσει με τους φίλους για το αντικείμενο του πάθους του.


ΜΕΣΗ ΕΦΗΒΙΚΗ .
ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΦΛΕΡΤΑΡΕΙ.

Κατά τη διάρκεια της μέσης εφηβικής φάσης γίνονται οι πρώτες προσπάθειες προσέγγισης προσώπων του αντίθετου φύλου. Αγόρια και κορίτσια οργανώνουν ομαδικές εκδηλώσεις: εκδρομές, πάρτι κτλ. Οι σχέσεις μεταξύ τους είναι επιφανειακές, «τα φτιάχνουν», και μετά αλλάζουν αγόρι ή κορίτσι, τη μια μέρα βγαίνουν μαζί και την άλλη τα χαλάνε. Τα πρώτα ραντεβού είναι πολύ σημαντικά. Πρέπει να εντυπωσιάσουν με κάθε τρόπο για να μπορέσουν να επιβεβαιωθούν και να σιγουρευτούν ότι πράγματι «μετράνε». Η σωματική επαφή σ’ αυτή τη φάση περιορίζεται συνήθως στα φιλιά, στις αγκαλιές, στα χάδια. Η σχέση έχει περισσότερο διερευνητικό χαρακτήρα και δεν αποσκοπεί τόσο στην ευχαρίστηση. Δεν είναι έτοιμοι να δεσμευτούν σε τίποτα. Ακόμα κι αν οι γονείς επιμένουν να χρησιμοποιούν τον όρο «αγάπη» στις συζητήσεις πάνω στο σεξ (και είναι πολύ σημαντικό να εξακολουθούν να το κάνουν), σ’ αυτή τη φάση είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει ο νέος πώς συνδέεται η αγάπη με την ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου.


ΟΨΙΜΗ ΕΦΗΒΙΚΗ ΦΑΣΗ.
Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ.


Η όψιμη εφηβική φάση ακολουθεί τη φάση των εφήμερων δεσμών. Σιγά σιγά η σχέση με ένα άτομο του αντίθετου φύλου γίνεται όλο και πιο απαιτητική και επιλεκτική. Οι έφηβοι μαγεύονται από τον έρωτα. Μερικοί ερωτεύονται διαρκώς, ενώ άλλοι δεν ερωτεύονται αν και το θέλουν. Ερωτεύεται συνέχεια συνήθως ο ευάλωτος και ανασφαλής νέος, που θέλει να επιβεβαιωθεί μέσα από τα ερεθίσματα που του προσφέρουν οι άλλοι. Αυτοί που δυσκολεύονται, είναι γιατί δεν καταφέρνουν να βρουν κάποιον με τον οποίο να μπορούν να μοιραστούν τις ανησυχίες και τις ιδέες τους. Μερικοί θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο. Άλλοι είναι υπερβολικά ντροπαλοί. Ο έρωτας προκαλεί κάποιες αλλαγές στη συμπεριφορά: ο νέος δεν κοιμάται ή, αντίθετα, κοιμάται καλύτερα από ποτέ. Του κόβεται η όρεξη ή τρώει υπερβολικές ποσότητες. Επιπλέον, όλα αυτά συνοδεύονται από ασυνήθιστο κοκκίνισμα στα μάγουλα ή χλομάδα, ταχυπαλμία, άγχος ή υπερβολική ψυχική ευφορία. Όταν ο έρωτας φτάσει στο τέλος του, τότε η θλίψη που πιθανόν να προκληθεί είναι για εντελώς διαφορετικούς λόγους ανάμεσα στο αγόρι και το κορίτσι.
· Εκείνη ωριμάζει σεξουαλικά νωρίτερα από ό,τι το αγόρι και, συνεπώς, ερωτεύεται νωρίτερα.. Το κορίτσι δεν θεωρεί το αγόρι μέσον ικανοποίησης της σεξουαλικότητάς του, αλλά έναν τρόπο επιβεβαίωσης της θηλυκότητας του. Ο έρωτας είναι γι’ αυτήν ψυχικός, συναισθηματικός και ζητάει ίση μεταχείριση. Ερμηνεύει το ανδρικό σεξουαλικό ένστικτο ως κάτι το υποτιμητικό, που την υποβιβάζει σε απλό αντικείμενο μιας χρήσης.
· Εκείνος έχει μεγαλύτερη εμπειρία στη σωματική-σεξουαλική επαφή. Στο αγόρι παρεμβαίνει και ένας παράγοντας βιολογικός: ερωτεύεται για να ικανοποιήσει το σεξουαλικό του ένστικτο και να εκτονώσει την ένταση που του προκαλεί. Δεν καταλαβαίνει ότι το κορίτσι απαιτεί πίστη βαθιά και πιο μόνιμη σχέση.
Στην όψιμη εφηβική φάση η σωματική επαφή μπορεί να είναι είτε χάδια, φιλιά που δημιουργούν σεξουαλικό ερεθισμό ή η ολοκληρωμένη σεξουαλική πράξη. Το πιο συνηθισμένο είναι να γίνει στα 17-18. Την πρώτη φορά, πολύ συχνά το κορίτσι φοβάται ή δεν αισθάνεται καμία επιθυμία, αλλά μη γνωρίζοντας να πουν «όχι» στο σύντροφό τους ή από φόβο μήπως τον πληγώσουν, υποκύπτουν.


ΜΕΤΕΦΗΒΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ.
Η ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΙΜΗΣ ΣΧΕΣΗΣ.

Η περίοδος μετά την εφηβεία είναι η φάση των μόνιμων σχέσεων, όπου οι νέοι αισθάνονται την ανάγκη για έρωτα (με την ευρύτερη έννοια της λέξης), κατανόηση, συντροφικότητα και σεξουαλική ικανοποίηση. Σ’ αυτό το είδος της σχέσης θεωρείται πολύ σημαντική η πίστη και η αμοιβαία εμπιστοσύνη
.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

ΕΦΗΒΕΙΑ, μια περίοδος μετάβασης

Η εφηβεία είναι η περίοδος της μετάβασης από την παιδική στην ώριμη ηλικία κι έχει για κέντρο της την ΗΒΗ. Σαν όρος δηλαδή αφορά στο σύνολο των ψυχικών λειτουργιών που συντελούνται ΕΠΙ ΤΗΣ ΗΒΗΣ (= εφηβεία) για να μπορέσει το άτομο να ενσωματώσει ψυχικά τις μεγάλες αλλαγές που προκύπτουν απ’ αυτήν. Τα όρια της χρονικά είναι αρκετά ασαφή.

Μπορούμε να προσεγγίσουμε την εφηβεία βλέποντάς την σαν μία δεύτερη γέννηση που γίνεται όμως προοδευτικά. Στην εφηβεία καλούμαστε ν’ αφήσουμε σιγά – σιγά την οικογενειακή προστασία, όπως αφήσαμε κάποτε τον προστατευτικό πλακούντα.

Η φύση, για μία ακόμη φορά δουλεύει με το δικό της ρυθμό: το σώμα αλλάζει δημιουργώντας ορμές και επιθυμίες. Συχνά αυτές τις επιθυμίες ο έφηβος δεν καταφέρνει να τις συνειδητοποιήσει αλλά και να τις ελέγξει, με αποτέλεσμα να του προκαλούν εκρήξεις είτε βίας είτε αδυναμίας μπροστά σ’ αυτό που θα ήθελε με τη φαντασία του να πραγματοποιήσει αλλά δεν είναι ικανός ακόμα. Στην πραγματικότητα η εφηβεία είναι μία ανακατάταξη: οι μεταβολές σε σχέση με το σώμα συμπαρασύρουν και μεταβολές σε σχέση με τους άλλους και τον κόσμο στο σύνολό του, πρωτίστως όμως οδηγούν τον έφηβο στη δημιουργία ταυτότητας για να σταθεί, σύντομα, στον κόσμο των ενηλίκων.

Αναμφισβήτητα, η διεργασία του «ποιείν εαυτόν» έχει μεγάλη ένταση. Προϋποθέτει την «αποψευδαισθητοποίηση» από την αρχική υπόσχεση των ενηλίκων: δεν είναι όλα εφικτά, δεν είναι κανείς παντοδύναμος και δεν προστατεύεται αιώνια. Ταυτόχρονα όμως το σώμα του εφήβου που αλλάζει του λέει ότι «μπορεί» – ίσως να κάνει πραγματικότητα ότι θελήσει. Γι’ αυτό και στην εφηβεία είναι συχνά τα «περάσματα στην πράξη»: από τις πόρτες που κλείνουν βίαια ως τη χρήση του αλκοόλ και των ναρκωτικών. Οι έφηβοι που «πράττουν» αντί να σκέφτονται, είτε προσπαθούν να κατευνάσουν το υπερβολικό άγχος τους για όλα αυτά που συμβαίνουν μέσα τους, είτε όταν χτυπούν για παράδειγμα τις πόρτες για να μη χτυπήσουν τη μητέρα τους, μεταθέτουν - με επιτυχία - το θυμό τους! Οι έφηβοι δεν μιλάνε. Όχι γιατί δεν έχουν τίποτα να πουν, αλλά γιατί όλα μέσα τους είναι συγκεχυμένα και βιώνουν μία αδιόρατη αίσθηση κινδύνου. Όπως οι αστακοί που όταν αλλάζουν εξωτερικό περίβλημα, χάνουν κατ’ αρχήν το παλιό και μένουν χωρίς καμία άμυνα όσο χρόνο χρειάζεται να φτιάξουν ένα καινούριο, έτσι και οι έφηβοι σε όλο αυτό το διάστημα κινδυνεύουν πολύ. Βρίσκονται γεμάτοι ανασφάλεια μπροστά σε αλλαγές - όπως για παράδειγμα η αλλαγή της φωνής στ’ αγόρια, όπου καλούνται να πενθήσουν το «παλιό» με το οποίο αναγνώριζαν τον εαυτό τους, χωρίς να ξέρουν πως θα είναι το «καινούριο». Έχουν διλήμματα στο ηθικό πεδίο, αμφισβητούν αρχές και αξίες στην προσπάθεια να επαναπροσδιορίσουν τους γονείς τους για να καταφέρουν αργότερα να τους «αποχωριστούν», να μπουν δηλαδή σε μία νέα ενήλικη σχέση μαζί τους. Ζητούν το ενδιαφέρον των ενηλίκων γι’ αυτή την απίστευτη εξέλιξη που συντελείται μέσα τους, όταν όμως το ενδιαφέρον αυτό εκδηλώνεται νιώθουν συχνά ακινητοποιημένοι.

Ένας «άλλος» ενήλικας που θα παίξει το ρόλο του «τρίτου γονέα» που θα ακούσει τον έφηβο χωρίς την συναισθηματική εμπλοκή και την αγωνία του γονιού, είναι πολύ χρήσιμος σε ορισμένες περιπτώσεις. Ιδιαίτερα δε, όταν έχει αρχίσει να φαίνεται πως ο έφηβος δεν καταφέρνει να ενσωματώσει με ευκολία τις αλλαγές: «Κρύβει» την νεοευρεθείσα σεξουαλικότητά του πίσω από παραπανίσια κιλά, εμφανίζει διάφορα ψυχοσωματικά συμπτώματα (π.χ. αλλεργίες), αποσύρεται ψυχικά από τις σχέσεις του με τους άλλους.

Η λέξη «ΒΓΑΙΝΩ» είναι μία λέξη κλειδί για την εφηβεία: σημαίνει ταυτόχρονα το βασανιστήριο των γονιών το βράδυ (!) (βραδινή έξοδος), το «έχω μία ερωτική σχέση» (βγαίνω με κάποιον-α) αλλά σημαίνει ακόμα και «βγαίνω απ’ το κουκούλι μου», βγαίνω όπως ο βλαστός από το χώμα. Σημαίνει εν τέλει τη δύναμη της μεταμόρφωσης που συντελείται στην εφηβεία. Μεταμόρφωση επώδυνη μεν, απαραίτητη και γεμάτη χαρά και δύναμη δε. Όταν οι έφηβοι έχουν διδαχθεί να εμπιστεύονται τη ζωή, εμπιστεύονται και τη μεταμόρφωσή τους και καταφέρνουν να «γράψουν» την προσωπική τους ιστορία στο μέλλον, συνδέοντάς την με το παιδικό τους παρελθόν.